Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011


Μπορείς λοιπόν να κοιτάζεις αδίστακτα απ' αυτό το παράθυρο ή και να βγεις στο δρόμο.

Μια σιωπηλή αγιότητα μένει κάτω απ' τις πράξεις των ανθρώπων.
Μια σκιά μενεξεδένια σωπαίνει στον αριστερό ώμο μιας γυναίκας κουρασμένης απ' τον έρωτα
που γύρισε απ' τ' άλλο της πλευρό κι αποκοιμήθηκε μονάχη.
Μπορείς να κοιτάζεις τα χοντρά σώβρακα στη διπλανή αυλή λεκιασμένα από ονειρώξεις ή τις ξεδιπλωμένες καπότες κάτω απ' τα παγκάκια του πάρκου ή τα κουμπιά απ' τους στηθόδεσμους των γυναικών που έπεσαν στο χορτάρι
σα μικρά, φιλντισένια λουλούδια, λιγάκι πικραμένα που τίποτ' άλλο δεν έχουν πια να δώσουν — άρωμα, γύρη, σπόρο. Τίποτα.

Γι' αυτό κιόλας κρατώ μ' ευγνωμοσύνη αυτό το παράθυρο.

Δε μ' εμποδίζει διόλου να βλέπω και να είμαι, - το αντίθετο μάλιστα.
Όσο για κείνο πού σου 'λεγα : «πιεσμένος ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι»,
ήταν μια υπερβολή τής άνοιξης, μια υπερβολή
απ' τη σαρκική αφθονία των πράσινων φύλλων.
Το παράθυρο είναι μια εξυπηρετική, τετράγωνη γαλήνη και διαύγεια.

Όταν οι τοίχοι θαμπώνουν το απόβραδο,
αυτό το παράθυρο φέγγει ακόμη σαν από μόνο του∙
διατηρεί κ' επεκτείνει την τελευταία ανταύγεια του ηλιογέρματος,
ρίχνει την αντανάκλασή του στον ισκιωμένο δρόμο,
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών σα να τα συλλαμβάνει επ' αυτοφώρω
στην πιο ανυπόκριτη στιγμή τους, φωτίζει τους τροχούς των ποδηλάτων
ή τη χρυσή αλυσίδα που βυθίζεται στο στήθος μιας γυναίκας
ή το περίεργο όνομα ενός καραβιού που αράζει στο λιμάνι.

Γ. Ρίτσος – Το παράθυρο (απόσπασμα)